• Ιστορία

  • Ανακαλύπτοντας, χάντρα-χάντρα, τον μαγικό κόσμο του κομπολογιού

Με κρατάς ανάμεσα στα δάχτυλά σου κι ονειρεύεσαι… Δεν είναι μόνο η ομορφιά μου που ρουφάς με τα μάτια σου. Ούτε μονάχα η τέχνη που είχαν τα όποια χέρια έφτιαξαν τις χάντρες μου και τις πέρασαν σε μια μεταξωτή κλωστή.


Είναι κι η μουσική που χαρίζω στ’ αυτιά σου. Οι μυστικές μελωδίες της θάλασσας στις κοραλλένιες χάντρες μου. Οι ψίθυροι του κεχριμπαριού, που φέρνουν τις αύρες και τις μυρωδιές πανάρχαιων δασών, που πέτρωσαν τα ρετσίνια τους. Οι ρυθμικοί ήχοι των πετραδιών από τόπους μακρινούς, που έγιναν κι αυτά χάντρες και το τραγούδι τους σου κρατά τώρα συντροφιά…

Κι είναι το χάδι μου… Αυτή η απτή παρουσία στη μοναξιά σου, στη χαρά σου, στη λύπη σου. Παίρνοντας ζεστασιά απ’ την παλάμη σου, σ’ αγγίζω απαλά, γλιστρώ τρυφερά ανάμεσα στα δάχτυλά σου, γλυκαίνω όλες τις στιγμές σου.

Μα πάνω απ’ όλα, γλυκαίνω την ψυχή σου. Αδημονείς, σε υπομονεύω. Αγωνιάς, σε γαληνεύω. Γλεντάς, σου κάνω παρέα. Έχεις καημό, σε παρηγορώ.

Έργο τέχνης και φίλος μαζί. Κομμάτι συλλογής πολύτιμο, μα και συνήθεια καθημερινή που δεν μπορείς να στερηθείς! Είμαι – λες καμιά φορά - το μεράκι σου. Όχι μόνο. Είμαι κάτι παραπάνω απ’ αυτό: Έτσι που έχουμε δεθεί, εσύ κι εγώ, είμαι ένα κομμάτι από τον ίδιο τον εαυτό σου.

Το κομπολόι φωλιάζει καλύτερα στην παλάμη και φτιάχνει ωραιότερη «γιρλάντα» όταν στο κάτω μέρος του κλείνει ο κύκλος με μια χάντρα μονή. Οι υπόλοιπες, παίζονται ευκολότερα κατά ζευγάρια, και καθώς γλιστρούν ρυθμικά και μελωδικά προς τα κάτω, σταματούν πιο ισόρροπα στη μονή χάντρα που οριοθετεί τη διαδρομή τους. Και τελικά, για να είναι το κομπολόι γούρικο και να φέρνει τύχη, πρέπει να έχει χάντρες μονές. Γιατί; Διότι έτσι λέει η παράδοση…

Ο «κανονικός» αριθμός είναι 33 – όσα τα χρόνια του Χριστού, σπεύδουν να εξηγήσουν μερικοί. Όχι, όσοι οι κόμποι στο πρώτο ορθόδοξο καλογερίστικο κομποσχοίνι του Παχώμιου – που θα τον συναντήσουμε παρακάτω – λένε άλλοι.

Και υπάρχει και τρίτη εκδοχή: Το κομπολόι είναι μουσουλμανικό προσευχητάρι και ο Μωάμεθ, που το εμπνεύστηκε για να μετρούν οι πιστοί τις προσευχές τους, όρισε να’ χει 99 χάντρες, όσες και οι χάρες του Αλλάχ. Όμως αυτό το Masbaha (λέξη που σημαίνει «απαγγέλλω προσευχές») ήταν τελικά τόσο μεγάλο, που μπέρδευε τους προσευχόμενους. Κι έτσι, για να μην ξεχνούν καμία χάρη του θεού τους, μοίρασαν τις 99 χάντρες σε τρεις ενότητες, από 33 χάντρες καθεμιά. Στο τέλος, με πνεύμα ακόμα πιο πρακτικό, επικράτησαν κομπολόγια με 33 μόνο χάντρες και για «καλυφθούν» οι 99 θεϊκές χάρες, κάθε χάντρα «μετρούσε» για τρεις από τις χάρες αυτές. Κι η τελευταία, η μεγάλη χάντρα – αυτή που ξέρουμε ως «παπά» - αντιπροσώπευε τον ίδιο τον Αλλάχ.

Στο ελληνικό κομπολόι, όπως διαμορφώθηκε  από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, ο αριθμός αυτός δεν τηρήθηκε. Οι Έλληνες μείωσαν τις χάντρες σε 23. Από αντίδραση; Μερικοί όντως πιστεύουν ότι «κουτσουρεύοντας» το τούρκικο κομπολόι, οι ραγιάδες έκαναν ένα είδος αντίστασης. Δεν είναι σίγουρο… Απλά, εκείνοι, που βέβαια δεν το συνδέανε με τις χάρες του Αλλάχ, αφαίρεσαν από το κομπολόι κάμποσες χάντρες ώστε να μην είναι «πυκνό» σαν το τούρκικο, που οι χάντρες του ήταν αμετακίνητες, και να μπορούν να τις «ξεκοκκίζουν» απολαμβάνοντας την απαλό τους χάδι και το κελάιδισμα τους.

Οι χάντρες πρέπει να περνιούνται σε κορδόνι. Στριφτό, μεταξωτό. Η σημερινή συνήθεια της αλυσίδας, από τους λάτρεις του κομπολογιού θεωρείται «μόδα» ανορθόδοξη. Που και στερεί το κομπολόι απ’ την αυθεντικότητά του, και έχει και το μειονέκτημα να φθείρει τις χάντρες. Να τις τρίβει και να τις «τρώει»...

Πέρα απ’ το κορδόνι, χαρακτηριστικά στοιχεία του κομπολογιού είναι ο παπάς και η φούντα. Παπάς είναι η μεγάλη χάντρα, συχνά διαφορετικού σχήματος από τις υπόλοιπες του κομπολογιού, και πάντως  μεγαλύτερη,  που υπάρχει  στο τελείωμα  της γιρλάντας.

Στην τελική απόληξη, είναι δεμένη η φούντα. Η γλύκα του κομπολογιού, λένε οι μερακλήδες, είναι στη φούντα… Σε αυτό τον απαλό μεταξωτό θύσανο «που όταν τον χαϊδεύεις χαλαρώνεις και μελώνεις μέχρι βαθιά μέσα στην καρδιά σου»! Ως αγχολυτικός παράγοντας έχει βασικό ρόλο. Μα και σαν στολίδι, είναι σχεδόν αδιανόητο να λείπει η φούντα από το παραδοσιακό κομπολόι. Παλιά, την έφτιαχναν πυκνή και πλούσια. Κι η δουλειά του «φουνταδόρου» δεν λογιζόταν επάγγελμα, μα τέχνη.

Σήμερα, συχνά η φούντα λείπει... Οι νεαρότεροι τη  θεωρούν γεροντίστικη, ξεπερασμένη. Μα οι «παραδοσιακοί» λένε πως ένα κομπολόι όχι «δίχως χάντρες», αλλά δίχως φούντα, είναι βάναυσα ακρωτηριασμένο. Πάντως, για την κατάργησή της υπεύθυνοι υπήρξαν οι κουτσαβάκηδες: Το μετάξι της τους ερχόταν ακριβό. Και την αφαίρεσαν. Όπως και τον παπά. Και έτσι περικόβοντας, έκαναν και τις χάντρες των κομπολογιών τους μοναχά δεκάξι.

Το ενδιαφέρον αυτό ρήμα υπάρχει στο Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης του Άνθιμου Γαζή, που η πρώτη του έκδοση έγινε στη Βιέννη, και η δεύτερη «εκ της Τυπογραφίας Κωνσταντίνου Γκαρπόλα του Ολυμπίου» στην Αθήνα το 1839.

Κομπέω-κομπώ σημαίνει «ηχώ, κωδωνίζω, ιδίως επί ήχου τον οποίον εκδίδουσι πήλινα ή μεταλλικά αγγεία όταν το έν μετά του άλλου συγκρούωνται». Να θεωρήσουμε ότι τάχα, τυχαία «κομπείται» και το κομπολόι; Και ότι ο ήχος - ο «κόμπος» και όχι «κόμβος» - που κάνουν οι χάντρες του όταν «η μία μετά της άλλης συγκρούωνται» δεν είναι από τα βασικά του στοιχεία;   

Καθόλου δεν είναι τυχαίο: Το κομπολόι είναι και μουσική… Μεταφορικά αλλά και κυριολεκτικά κάποιες φορές, όπως γράφει ο Ηλίας Πετρόπουλος στα «Ρεμπέτικα Τραγούδια» του: «Το κομπολόι συνόδευε ως μουσικό όργανο το μπαγλαμά. Ο οργανοπαίκτης κρατούσε με το αριστερό του χέρι από τη φούντα ένα κομπολόι. κρεμασμένο από μια κουμπότρυπα του ρούχου του, και με το δεξί έτριβε ρυθμικά τις χάντρες του μ’ ένα κρασοπότηρο». Καμιά φορά, μερικοί παλιότεροι λαϊκοί τραγουδιστές το κάνουν αυτό ακόμα…

Ο ήχος του κομπολογιού είναι η φωνή του. Κι αυτοί που ξέρουν ποτέ  δεν «βροντοχτυπούν τις χάντρες», αλλά όχι για τους λόγους που υπαινίσσεται το λαϊκό τραγουδάκι… Αλλά διότι οι χάντρες – πέτρινες, κοκάλινες, κεχριμπαρένιες, από κέρατο, από κοράλλι είτε από έβενο – πρέπει να παίζονται ήρεμα και απαλά, ώστε να μπορέσεις, πράγματι, ν’ ακούσεις τι σου λένε…

Η ψυχή του κομπολογιού, η φωνή του, η μουσική του, είναι οι χάντρες: Λείες ή ακανόνιστες, διάφανες ή μη, πέτρινες, ξύλινες, κεχριμπαρένιες, κοκάλινες… Πολύτιμες ή έστω κι από κουκούτσια ελιάς, κουκιά ή χαρούπια.

"Διάτρητον κατά τον άξονα σφαιρίδιον, εξ ού περάται νήμα»…  Οι κλασικές εγκυκλοπαίδειες κάπως έτσι δίνουν την ταυτότητα της χάντρας. Τι πεζή περιγραφή για κάτι τόσο θαυμαστά πλούσιο σε φαντασία, σε τέχνη κατασκευής, σε συμβολισμό, σε ιστορία!

Φαίνεται πως ο άνθρωπος χρησιμοποίησε τη χάντρα ήδη από εποχές που χάνονται στα σκοτάδια της προϊστορίας, κάνοντάς την αρχικά φυλαχτό – ενάντια στους εχθρούς, στις αρρώστιες, στις καταστροφικές δυνάμεις της Φύσης. Το μαρτυρούν, ακόμα, οι φορτωμένες με χάντρες μάσκες των ιθαγενών του Μπαλί, του Κονγκό ή του Καμερούν, οι οποίοι πίστευαν ότι τα «διάτρητα σφαιρίδια» είχανε δύναμη μεταφυσική. Και ασφαλώς το γεγονός ότι, από παλιά, λαοί σαν τους Ίνκας του βόρειου Περού κεντούσαν με χάντρες διάφορα ρούχα ή έφτιαχναν μ’ αυτές  κοσμήματα, όπως περιδέραια και βραχιόλια, δεν πρέπει να ερμηνευτεί απλά σαν μια συνήθεια διακοσμητική, αλλά σαν μια εσώτερη ανάγκη που υπαγορευόταν από δεισιδαιμονίες.

Φυλαχτό πρώτ’ απ’ όλα ή και στολίδι, η χάντρα απέδειξε σε διάφορες εποχές ότι μπορούσε να έχει και πρακτικές χρήσεις.

Πρώτοι οι αρχαίοι Κινέζοι, επινοώντας τον άβακα, της έδωσαν και αξία παιδευτική.  Πολύ γνωστός και στην Ελλάδα από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, αυτός ο «άβαξ» ήταν ένα ορθογώνιο πλαίσιο με τεντωμένες μεταλλικές χορδές, όπου γλιστρούσαν ξύλινα σφαιρίδια: Αντιπροσώπευαν τις μονάδες, τις δεκάδες και τις εκατοντάδες, και τα μετακινούσαν τα παιδάκια για να μαθαίνουν τις στοιχειώδεις έννοιες της Αριθμητικής.

Ο λαός μας, παραφθείροντας την αρχαία λέξη, ονόμαζε αυτό το πλαίσιο «άμπακο». Κι αν κάποιος ήτανε «γραμματιζούμενος», η χαρακτηριστική δημώδης έκφραση που καθρέφτιζε τις γνώσεις του ήταν «ξέρει τον άμπακο», δηλαδή «πάρα πολλά»,. Και κατ’ επέκταση, για τον καλοφαγά, έφτασε ως εμάς και το γνωστό μας «έφαγε τον άμπακο»!

... τραγουδούσε, παλιότερα, ο Σπύρος Ζαγοραίος. Σεβντάς λοιπόν και το μπεγλέρι, κι ας μην είναι πραγματικό κομπολόι. Δηλαδή γιρλάντα, κύκλος κλειστός. Στο μπεγλέρι, οι δυο άκρες του κορδονιού όπου είναι περασμένες οι χάντρες, δεν είναι ενωμένες. Το σχοινάκι του είναι μια απλή ευθεία.

Κι οι χάντρες του, όμως, λιγοστές. Συνήθως δεν ξεπερνούν τις έξι ή οκτώ. Και συνήθως σχηματίζουν συμμετρικά ζευγάρια, χωρίς να υπάρχει η μονή χάντρα που χαρακτηρίζει το κλασικό κομπολόι. Κατά κανόνα, οι δυο ελεύθερες άκρες στα μπεγλέρια κλείνουν με ένα «καπάκι» ή θυρεό, ως επί το πλείστον ασημένιο.

Η νεολαία, σήμερα, πολύ συχνά προτιμά το μπεγλέρι από το κομπολόι. Η απλή του γραμμή, το μήκος του και ο όγκος του που είναι μικρότερα, το κάνουν πιο εύχρηστο,  πιο νεανικό. Και χωράει πολύ  πιο εύκολα στις στενές τσέπες του μπλου τζιν ή στο τσεπάκι του καλοκαιρινού πουκάμισου. Είναι ένας  εξίσου καλός,  μικρός φίλος, με λιγότερες «απαιτήσεις»…

Σε μια στιγμή φόβου, άγχους, μοναξιάς, τίποτε δεν καταπραΰνει περισσότερο την ψυχή από ένα άγγιγμα – ένα χάδι, ένα σφίξιμο του χεριού, ένα αγκάλιασμα… Με την αίσθηση της αφής εισπράττουμε πιο άμεσα απ’ ό,τι με οτιδήποτε άλλο τη στοργή, τη συντροφιά, την παρηγοριά ή την προστασία που νιώθουμε πως μας λείπει.

Το κομπολόι είναι ένα καθησυχαστικό άγγιγμα. Μια παρουσία απόλυτα απτή. Στην αμηχανία, στη στενοχώρια, σε ώρες που η νευρικότητα τρελαίνει τη σκέψη, προσφέρει μια εκτόνωση ευεργετική. Αφήνοντας παράμερα κάθε λυρισμό, μπορούμε  κάλλιστα να δεχτούμε τον ισχυρισμό ορισμένων, ότι η ηρεμιστική του επίδραση είναι ένα θαυμάσιο «φάρμακο» ενάντια στην υπέρταση. Ή ίσως και να προσχωρήσουμε στην άποψη που υποστηρίζουν μερικοί άλλοι, ότι οι χάντρες, καθώς γλιστρούν μέσα στο χέρι μας, διεγείρουν τα ζωτικά σημεία βελονισμού που υπάρχουν στα δάχτυλά μας, προκαλώντας έτσι, πέρα απ’ την ψυχική, και μια κατάσταση καθαρά φυσικής ευεξίας.

Από την Ινδία του 700 π.Χ έως σήμερα

Στο ιστορικό του ξεκίνημα το κομπολόι ταυτίστηκε με την προσευχή. Οι περασμένες σε μια κλωστή χάντρες έχουν την αφετηρία τους στον Ινδουισμό, ως «βοήθημα» για το μέτρημα προσευχών. Οι Ινδουιστές τις έλεγαν «μάλα». Σπόροι ενός δέντρου ήταν, που καθώς λένε φύτρωνε μονάχα στην Ιάβα… Σκληροί και άγριοι στην αφή, χαραγμένοι σε πέντε τμήματα - που καθένα αντιπροσώπευε μία από τις πέντε μορφές του θεού Σίβα - συμβόλιζαν την τραχειά και δύσκολη ζωή που όφειλαν να ζουν οι πιστοί του θεού…

Ως παρακλάδι του Ινδουισμού, ο Βουδισμός αργότερα κράτησε την παράδοση των «μάλα» από σπόρους ενός δέντρου, που και σήμερα βλέπει κανείς έξω από βουδιστικούς ναούς και μονές: Είναι το ιερό δέντρο Bodhi, που στα ινδικά σημαίνει «φώτιση» και που οι δυτικοί το ονόμασαν «ficus religiosa».

Οι χάντρες προσευχής  πέρασαν από την Ινδία  στην Κίνα, στην Κορέα, στο Θιβέτ. Στην τελευταία όμως αυτή περιοχή, τη θέση των ταπεινών σπόρων πήρε μια τεράστια ποικιλία υλικών: Οι πιστοί του Θιβέτ, όπου ο Βουδισμός έφτασε γύρω στο 800 μ. Χ., έκαναν τις δικές τους χάντρες προσευχής από κοράλλι, όστρακα, ελεφαντόδοντο, κεχριμπάρι, τιρκουάζ και διάφορους λίθους. Οι πολυτιμότερες όμως  χάντρες ήταν από οστά «αγίων ανθρώπων» ή ιερών λάμας.

 

O Ιερός αριθμός 108

Το βουδιστικό κομπολόι προσευχής αποτελείται συνήθως από 108 χάντρες. Οι Βουδιστές λένε, πως ο ιδρυτής του Βουδισμού, ο Σακιαμούνι, πρόσταξε τον βασιλιά Βαϊντούνια, να περάσει σ’ ένα σπάγκο 108 σπόρους του δέντρου  Bodhi και να επαναλαμβάνει 2.000 φορές κάθε μέρα τη φράση «δόξα στο Βούδα, στο νόμο και στο ποίμνιο», μετρώντας τις φορές μ’ αυτό το «κομπολόι».

Ο αριθμός 108 συμβολίζει τις ισάριθμες αμαρτωλές επιθυμίες τις οποίες πρέπει να ξεπεράσει κάθε Βουδιστής, για να μπορέσει να φτάσει σε Νιρβάνα. Υπάρχει κι άλλη εκδοχή, ωστόσο… Ότι κάπου το 500 π.Χ. κάποιος βουδιστής πνευματικός δάσκαλος είχε ένα μικρό μαθητή που, ενώ έπρεπε να λέει 108 προσευχές, δεν ήξερε να μετράει και όλο μπερδευόταν. Ο δάσκαλος πήρε λοιπόν 108 κουκούτσια κι αφού τα τρύπησε τα πέρασε σ’ ένα σχοινάκι. Έπειτα έδεσε τις δυο άκρες του, για να μη γλιστρήσουν και χαθούν οι χάντρες.

 

Πηλός από τη Mέκκα και τη Mεδίνα

Το Κοράνι χαρακτηρίζει τη Μέκκα ελάχιστα κατάλληλη για οικισμό, λόγω της ξηρασίας της. Κι ωστόσο αυτή  η «κοιλάδα δίχως βλάστηση» κατοικήθηκε ήδη από τον Αβράαμ, τη γυναίκα του Χάγκαρ και το γιό του Ισμαήλ. Και εκεί γεννήθηκε το 570 μ.Χ. ο προφήτης του Αλλάχ, ο Μωάμεθ, που αφού πολέμησε και δίδαξε, έκλεισε τελικά το 632 τα μάτια του στη Μεδίνα. Μέκκα και Μεδίνα έγιναν, έτσι, οι δυο ιερές πόλεις του Ισλάμ. Κι όταν οι Άραβες ταξιδευτές έφεραν τη συνήθεια του κομπολογιού προσευχής από την Ινδία στον ισλαμικό κόσμο, κρίθηκε ότι υλικό για τις χάντρες του έπρεπε να είναι πηλός από τις δυο αυτές πόλεις.

Αργότερα, στα υλικά προστέθηκε το ξύλο και οι πολύτιμοι λίθοι. Τα ισλαμικά προσευχητάρια έχουν 99 χάντρες που λέγονται subha – που σημαίνει «εξυμνώ». Η 100η – η μεγαλύτερη, ο μετέπειτα δικός μας «παπάς» - οριοθετεί την ολοκλήρωση ενός κύκλου προσευχών, οπότε και προφέρεται το όνομα του Αλλάχ. Απ’ αυτή τη χάντρα ξεχύνεται και ένας θύσαννος από κλωστές, η γνωστή μας φούντα. Προστέθηκε διότι οι Άραβες πίστευαν πως τα πονηρά πνεύματα φοβούνται κάθε τι που ταλαντεύεται και ότι, άρα, η φούντα που «χόρευε» τους προστάτευε από το Κακό.

 

Λίγη Μεσαιωνική ιστορία...

 Η Γερτρούδη της Νιβέλ, κόρη του Πιπίνου του Μεγάλου και πρόγονος του Καρλομάγνου, μπήκε δεκατεσσάρων χρονών κοριτσάκι σ’ ένα μοναστήρι της βελγικής αυτής πόλης που το είχε χτίσει η μητέρα της, έγινε με τον καιρό ηγουμένη του και πέθανε το 659 εκεί. Στον τάφο της – που καταστράφηκε από γερμανικούς βομβαρδισμούς το 1940 – μαζί με το λείψανό της είχε βρεθεί ένα κομπολόι προσευχής… Απόδειξη, ότι τα προσευχητάρια από χάντρες – τα «ροζάρια» όπως επικράτησε να ονομάζονται - είχαν ήδη εισαχθεί στα ρωμαιοκαθολικά έθιμα από τον 7ο αιώνα. Ποιος όμως τα είχε καθιερώσει;

Ο πάπας Πίος Ε΄, ποντίφηκας από το 1566 έως το θάνατό του, με ειδική απόφασή του, ανακήρυξε «εφευρέτη» του ροζάριου τον Άγιο Δομίνικο, ιδρυτή του τάγματος των Δομινικανών. Ο Άγιος είχε ζήσει μεταξύ 1170 και 1231. Η επίσημη λοιπόν καθιέρωση του ροζαρίου ανάγεται στον 12ο αιώνα. Και η κατασκευή του ορίστηκε απλή. Χάντρες από κοράλλι, χαλαζία και κεχριμπάρι αποκλείστηκαν ως υλικά ειδωλολατρικά.

Μα και για ένα ακόμη λόγο: Για να μην υποθάλπεται η φιλαρέσκεια των γυναικών που, επειδή η μεσαιωνική καθολική Εκκλησία τους απαγόρευε να φορούν κοσμήματα, έκαναν επίδειξη με περίτεχνα πολύτιμα ροζάρια, αντί να συγκεντρώνονται στις προσευχές τους…

 

Το Τάγμα των Κομβολογητών

Ανάγοντας το κομπολόι σε μέσο πνευματικής ανάτασης και ενδυνάμωσης της πίστης, οι Δομινικανοί καλόγεροι έζωναν τη μέση τους με μακριά κομπολόγια από 150 χάντρες, χωρισμένες ανά πενήντα, και γυρίζοντας από χώρα σε χώρα το διέδιδαν στην Ευρώπη. Έμειναν έτσι γνωστοί ως «Τάγμα των Κομβολογητών».

Εικόνες ελληνικές

Στον τόπο μας, ο δεσμός του ανθρώπου με το κομπολόι είναι απ’ τους πιο δυνατούς. Ένα κομμάτι λαϊκής παράδοσης, ζωντανής παντού: To καλοκαίρι στους καφενέδες, κάτω απ’ τον πλάτανο. Το χειμώνα, πλάι στην ξυλόσομπα, στο μπακαλικάκι της πλατείας του χωριού που σερβίρει και τσίπουρο…
Εικόνες τόσο ελληνικές!

Εικόνες του χτες; Όχι, και του σήμερα! Αν πριν μερικές δεκαετίες το κομπολόι το έβλεπαν ίσως ορισμένοι σαν παλιοκαιρίτικο και γεροντίστικο, καταδικασμένο από το νέο φανταχτερό μας life style, δεν θα μπορούσαν να έχουν διαψευστεί πιο ηχηρά! Ακατάλυτα διαχρονική, η σχέση του Έλληνα με το κομπολόι, επιβιώνει και δυναμώνει!

Σχέση, που πάει πολύ βαθύτερα απ’ το απλοϊκό «εσύ μου πέρναγες την ώρα»… Η γιρλάντα με τις χάντρες δεν είναι, έτσι πεζά, μέσο για να σκοτώνουμε απλώς την πλήξη. Είναι γούρι, καλοτυχιά, προστασία στα ταξίδια… Παλιά ο αγωγιάτης κρεμούσε χάντρες, συνήθως γαλάζιες, στο άλογο ή στο μουλάρι του. Τώρα, τις κρεμάει στο τρακτέρ του ... Κι ο φορτηγατζής, ο ταξιτζής – αλλά κι εσύ, κι εγώ - όλο και κάποιο κομπολογάκι θα έχουμε, κρεμασμένο στον καθρέφτη του οδηγού...
Ελλάδα και κομπολόι. Αυτή η ιστορία αγάπης, πώς ξεκίνησε;

 

«Την ταπεινοφροσύνην εγκομβώσασθε»…

Το πρώτο μέρος στην Ελλάδα, όπου φαίνεται πως χρησιμοποιήθηκαν «κομπολόγια», ήταν η μοναστική πολιτεία του Άθω. Οι αγιορείτες καλόγεροι έδεναν σε τακτές αποστάσεις μιας χοντρής κλωστής κόμπους, για να μετρούν τις προσευχές τους. Αυτά τα «κομποσχοίνια» ή «πατερημά» άνοιξαν, λένε, το δρόμο στο ελληνικό κομπολόι.

Το πώς ξεκίνησε η συνήθεια με τα κομποσχοίνια είναι κάπως θολό… Κάποιος καλόγερος, λέει, ο Όσιος Παχώμιος, ειδωλολάτρης άλλοτε στρατιώτης στη ρωμαϊκή Αίγυπτο του 3ου μ.Χ. αιώνα, αφού ασκήτεψε πλάι στον ησυχαστή Παλαίμονα, έχτισε ένα κελί στην Ταβενησία, κοντά στο Νείλο, κι οργάνωσε μετά ένα κοινόβιο με τρεις χιλιάδες μοναχούς.

Φαίνεται, ωστόσο, πως οι αναχωρητές αυτοί ξεχνούσαν πόσες προσευχές είχαν πει και πόσες έπρεπε ακόμα να πουν… Μια νύχτα, λοιπόν, ήρθε στον ύπνο του Οσίου ο Αρχάγγελος Γαβριήλ μ’ ένα μεταξωτό κορδόνι και δίδαξε στον Παχώμιο πώς να μετρά τις δεήσεις: Έδεσε στο κορδόνι κόμπους, καθέναν πλεγμένο από εννιά σταυρούς – όσα τα Τάγματα των Αγγέλων. Κι αφού έφτιαξε 33 κόμπους, ένωσε τις δυο άκρες του νήματος. Ήταν το πρώτο κομποσχοίνι! Τα ορθόδοξα κομποσχοίνια πάντως, φτιαγμένα συνήθως από μαύρο προβατίσιο μαλλί – σύμβολο του Αμνού του Θεού – δεν έχουν πάντα 33 κόμπους: Ανάλογα με τις δεήσεις που θέλει να λέει ο καλόγερος, μπορεί να έχουν 50, 100 ή και 300.

Από το κομποσχοίνι στο κομπολόι

Η Ελλάδα αποτελεί τη μοναδική περίπτωση όπου το προσευχητάρι αποβάλλει την αρχική θρησκευτική του ιδιότητα και μετατρέπεται σε κομπολόι, σε αντικείμενο διασκέδασης, γράφει ο Κώστας Κατσιμπόκης  στο «Περί Κομβολογίου το Ανάγνωσμα».

Η μετάλλαξη αυτή έγινε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Οι Τούρκοι της Ελλάδας κρατούσαν το «τεσπίχ», που το εξελληνίσαμε σε «ντεσπίγι». Το κομπολόι αυτό ήταν πυκνό, δεν περίσσευε ελεύθερο σχοινάκι για να γλιστράνε και να «παίζονται» οι χάντρες, αφού σκοπός του ήταν μονάχα το μέτρημα των προσευχών.

Ήταν δηλαδή μια γιρλάντα με χάντρες ακίνητες, που οι Τούρκοι ωστόσο την κρατούσαν όχι μόνο στις προσευχές τους, αλλά και σε επίσημες εκδηλώσεις, στη διασκέδασή τους ή στο ραχάτι τους.  Οι Έλληνες υιοθέτησαν τη γιρλάντα με τις χάντρες από τους Τούρκους. Αλλά με πιο «παιχνιδιάρικο» μάτι… Κατά μία άποψη, για να σαρκάσουν με τη μίμηση αυτή τους δυνάστες τους. Κατά μια άλλη, πιο παράδοξη, για να έ-χουν τα χέρια τους «απασχολημένα» ώστε να μην παρασύρονται να χαιρετούν με χειραψία, που οι Τούρκοι τους την απαγόρευαν...

Και να που τώρα, στη σκλαβωμένη Στερεά, στην Εύβοια, στο Μοριά, το τεσπίχ του Τούρκου μεταμορφώνεται σε κομπολόι του ραγιά: Με κέφι και εφευρετικότητα, ο Έλληνας αφαιρεί απ’ το σχοινάκι κάμποσες χάντρες, μεγαλώνοντας το κενό ανάμεσα στις υπόλοιπες και δημιουργώντας το ελληνικό κομπολόι, που οι χάντρες του κινούνται ελεύθερα: Ένα πλάσμα ζωντανό, που τραγουδάει, αναστενάζει, το χαϊδεύεις και αποκρίνεται!

 

Στου Όθωνα τα χρόνια...

«Ο ποτέ πυρπολητής, εξηκοντούτης πλέον, έφερεν ενδυμασίαν ευρωπαϊκήν, μακράν ρεδινγκόταν a la propriétaire, είχε την κόμην λευκήν και βραχείαν, τον μύστακα παχύν και αι χονδραί κοκκινωπαί χείρες του εξεκκόκιζον κομβολόγιον εξ εβένου». Έτσι, σε μετάφραση
του Μπάμπη Άννινου, περιγράφει ο Γάλλος Maxime Du Camp στις «Φιλολογικές Αναμνήσεις» του τον Κωνσταντίνο Κανάρη, τον οποίο επισκέφτηκε το 1850 στην Αθήνα.

Στην ελεύθερη πια Ελλάδα του Όθωνα, το κομπολόι είχε τη δική του θέση και σημασία. Η απαξίωση που έμελλε να γνωρίσει στις αρχές του 20ου αιώνα, δεν το είχε ακόμα αγγίξει. Ήταν στα χέρια κάθε σχεδόν ανθρώπου με κύρος. Το πρώτο μάλιστα αποτυπωμένο ντοκουμέντο του, είναι μια σπάνια φωτογραφία, τραβηγμένη γύρω στο 1840 στην Κάρυ-στο, που δείχνει έναν τοπικό προύχοντα να υποδέχεται τον ίδιο το βασιλιά Όθωνα κρατώντας στο χέρι ένα κομπολόι.

 

Σεργιανώντας στου Ψυρρή κάποτε...

Πώς και γιατί «ξέπεσε» αργότερα στον τόπο μας το κομπολόι; Τι έφταιξε που περιθωριοποιήθηκε για ένα σχεδόν αιώνα, ίσαμε που τελείωσε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος; Βασικοί υπεύθυνοι για την κοινωνική του απαξίωση στάθηκαν οι παλιοί κουτσαβάκηδες – άτομα περιθωριακά οι ίδιοι, ταυτισμένοι με κομπολόγια από υλικά εντελώς ευτελή. Ας γυρίσουμε πίσω, με «ξεναγούς» τον Τίμο  Μωραϊτίνη και τον Δημήτρη Σκουζέ, να τους γνωρίσουμε…

Η Επανάσταση είχε τελειώσει. Άπραγοι οι παλιοί καπεταναίοι και αγωνιστές του ‘21, όσοι ζούσαν ακόμα, μαζεύονταν στον κεντρικό καφενέ της πλατείας του Ψυρρή που οι Αθηναίοι, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, της
είχαν δώσει το όνομα «Πλατεία Ηρώων».

Το κομπολόι τσ’ αθρωπιάς,
όπου πρεπίζει τσ’ άντρες,
χαράς του τον που το βαστά,
με τση τιμής τις χάντρες
Κρητική μαντινάδα

Διάφοροι ψευτοπαλικαράδες και νταήδες, ίσως επειδή ένιωθαν κι εκείνοι κάπως σαν λαϊκοί ήρωες, έκαναν αργότερα αυτή την πλατεία στέκι τους. «Κουτσαβάκηδες» τους ξέρανε όλοι – γιατί προσπαθούσαν να μοιάσουν σε ύφος και ζοριλίκι σ’ ένα καυγατζή δεκανέα απ’ τα χρόνια του Όθωνα, τον Μήτρο Κουτσαβάκη.

Βλέμμα βλοσυρό, μαλλιά με χωρίστρα στη μέση κι αλειμμένα με κανελλόλαδο, μουστάκι στριφτό πασαλειμένο με μαντέκα... Παντελόνι «τζογέ», σκούρο πάντα, με ρίγα, που στένευε στο μπατζάκι. Στιβάλια στενά και μυτερά, με τακουνάκι. Γύρω στη μέση ζωνάρι μάλλινο, άσπρο ή κόκκινο: Για να χώνουν μέσα τις περίφημες «ισόβιες» - τις μάχαιρες που κουβαλούσαν και που συχνά τους έστελναν στη φυλακή. Στο κεφάλι, σταχτιά ρεπούμπλικα με μια φαρδιά κορδέλα πένθους - τη «θλίψη» όπως την έλεγαν.

Σεργιανώντας στα σοκάκια του Ψυρρή, κάποτε, θα τους αναγνώριζες αμέσως. Γιατί οι κουτσαβάκηδες δεν φόραγαν ποτέ το σακάκι τους και με τα δυο μανίκια: Μονάχα το αριστερό. Και στο χέρι τους, απαραίτητο, το κομπολόι. Ιδίως, αν είχαν κόψει το τσιγάρο!

 

Εκείνοι που ήρθαν από απέναντι…

Φαίνεται, πως το κλίμα άρχισε ν’ αλλάζει μετά τη δεκαετία του ’20. Σύμφωνα με τους απογόνους μιας οικογένειας μικρασιάτικης, που ήρθε «από απέναντι» μετά την Καταστροφή, οι πρόσφυγες παππούδες τους ήταν οι πρώτοι που άρχισαν να φτιάχνουν και να πουλάνε πραγματικά «ελληνικά» κομπολόγια.

Η δημοσιογράφος και συγγραφέας Κατερίνα Αγραφιώτη, συνάντησε τα εγγόνια τους και της είπαν όσα ήξεραν: Πώς μετά το ’22 έφτασε η φαμίλια στην Ελλάδα κι έφτιαξε ένα σπιτάκι στην Κοκκινιά... Και πώς, μ’ ένα «μηχάνημα» που είχε φέρει μαζί της «από πέρα», άρχισε επαγγελματικά να κατασκευάζει  χάντρες και κομπολόγια… Κι έπειτα, ανοίγοντας ένα μαγαζάκι κοντά στον Πειραιά - ένα απ’ τα πρώτα νεοελληνικά κομπολογάδικα - διέδωσε το περιφρονημένο κομπολόι, συμβάλλοντας να γίνει αποδεκτό και να μπει στη ζωή κάθε κοινωνικής τάξης.

Ο πόλεμος τελείωσε

Στα χρόνια του Μεσοπολέμου η αστική συνείδηση αμύνεται ακόμη ενάντια στο κομπολόι. Κι έπειτα όλα ανατρέπονται… Η σαρωτική αλλαγή που έφερε ο Δεύτερος μεγάλος πόλεμος στα κοινωνικά ήθη, στις καθημερινές συνήθειες, μα προπαντός στις αγκυλωμένες αντιλήψεις και στον τρόπο θεώρησης των πραγμάτων, λειτουργεί καταλυτικά σε όλα τα επίπεδα. 

Το αδικημένο κομπολογάκι αρχίζει να γίνεται αποδεκτό. Όλο και περισσότερο κερδίζει έδαφος. Μετά το 1945 εκείνοι που το αγαπούν, που βρίσκουν βάλσαμο τη συντροφιά του, δεν νιώθουν πια ενοχές… Ο πόλεμος τελείωσε. Και ο δικός του πόλεμος!

Και φυσικά, οι δεκαετίες που ακολουθούν το καθιερώνουν. Στους μυημένους προστίθενται οι νεοφώτιστοι. Το ανακαλύπτουν και το υιοθετούν. Το συλλέγουν. Το επιδεικνύουν. Το βάζουν στις παρέες. Το χαρίζουν σε φίλους.